Σίγμα Έψιλον ~*

Σε φαντάστηκα.

Σε ονειρεύτηκα.

Σε κοίταξα.

Σε είδα.

Σε πλησίασα.

Σε άγγιξα.

Σε ακούμπησα.

Σε αγκάλιασα.

Σε χάϊδεψα.

Σε γεύτηκα.

Σε ένοιωσα.

Σε φίλησα.

Σε ζωγράφισα.

Σε τραγούδησα.

Σε ερωτεύτηκα.

Σε αγάπησα.

Με σκότωσες.

(S.P., 22.07.2015)

Κόκκινο και μπλε ~*

red, blue

Ήταν μόνος.

Σχεδόν από επιλογή.

Οπωσδήποτε σχεδόν από επιλογή.

Μοναχικός, έλεγε.

Δεν ήθελε πολλά.

Να κουρνιάσει την ψυχή του

στην αγκαλιά της.

Να ονειρευτεί κόκκινο. Και μπλε.

Ήθελε να γίνει αέρας.

Κι εκείνη, η θάλασσά του.

(S.P., 22.07.2015)

« ΜΑΤΙΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΘΑΝΑΤΟ … »

fdfdgf

ΜΑΤΙΑ ; . . .

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ,
ΑΛΑΝΙΑΡΑΣ ‘Η ΒΟΛΕΜΕΝΗΣ,
ΚΑΠΟΤΕ, ΑΝ ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΤΕ,
ΘΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΖΟΥΝ
ΧΩΡΙΣ ΣΤΑΜΑΤΗΜΟ . . .

ΑΠΟ ΣΚΕΨΕΙΣ,
ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΝ
ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΝ,
ΑΠΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ,
ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΝ
ΝΑ ΘΑΦΤΟΥΝ,
ΑΠΟ ΘΑΝΑΤΟ,
ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΜΠΟΡΕΙ
ΝΑ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ . . .

ΣΕ ΑΕΝΑΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΗΔΕΝ,
ΣΑΝ ΑΟΡΑΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΠΟΥ ΚΡΑΤΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ . . .

ΑΦΟΥ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΧΤΥΠΗΣΕΙ,
ΟΛΑ ΠΙΑ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ
ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΠΙΣΩ ΣΕ ΕΚΕΙΝΟ
ΠΟΥ ΠΡΙΝ ΟΝΟΜΑΖΕΣ «ΖΩΗ» . . .

ΕΧΕΙΣ ΝΙΩΣΕΙ ΠΟΤΕ
ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ
«ΜΑΤΙΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΘΑΝΑΤΟ» . . . ;;;

ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΑΣΤΑΘΗΣ,
ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ
ΙΔΙΑΖΟΥΣΑ,
ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ
ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ,
ΠΑΝΤΑ ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
ΠΡΩΤΟΓΝΩΡΟ,
ΠΑΝΤΑ ΕΝΑ ΣΥΝΘΗΜΑ
ΑΝΑΡΧΙΚΟ . . .

ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ
ΟΠΩΣ ΠΡΙΝ,
ΚΙ ΟΜΩΣ . . .
ΟΛΑ ΠΑΡΑΠΕΜΠΟΥΝ ΕΚΕΙ . . .

ΕΚΕΙ, ΟΠΟΥ ΗΣΟΥΝ ΗΣΥΧΟΣ,
Ή ΜΑΛΛΟΝ, ΚΑΘΗΣΥΧΑΣΜΕΝΟΣ,
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΕ ΘΕΣΗ
ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ
Ή ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΘΕΙΣ ΚΑΤΙ . . .

ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ,
ΗΡΘΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ . . .

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟΣ,
ΚΙ ΟΜΩΣ,
ΤΟΣΟ ΠΟΘΗΤΟΣ,
ΤΟΣΟ ΛΥΤΡΩΤΙΚΟΣ,
ΤΟΣΟ ΚΑΘΑΡΙΟΣ . . .

ΚΙ ΕΣΥ ΑΛΛΑΞΕΣ . . .
ΕΓΙΝΕΣ ΑΠΟΤΟΜΟΣ,
ΦΑΙΝΟΣΟΥΝ ΑΠΟΜΑΚΡΟΣ,
ΣΚΕΦΤΟΣΟΥΝ ΜΕ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ,
ΑΙΣΘΑΝΟΣΟΥΝ ΜΕ ΛΟΓΙΚΗ . . .

ΚΙ ΕΓΩ,
ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ ΜΕΤΑ . . .
ΠΟΛΥ ΜΕΤΑ . . .
ΟΤΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ
ΗΤΑΝ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΘΑΝΑΤΟ . . .

Πλεονασμός* (ή αλλιώς, στον Κ.λάιβ)

Clive-Barkers-Hellraiser-Vol-4-comic-book

Εκκωφαντική η σιωπή.

Η σιωπή μέσα του.

Περπατούσε μονάχος, στο σκοτεινό δρομάκι,

παρέα με τα σκοτάδια και το φως του, αιμορραγώντας.

Φως, απουσία φωτός, κόκκινο.

Λέξεις προσπαθούσαν να τον πιάσουν.

Έπεφταν με λύσσα πάνω του, να τον ξεσκίσουν. Σάρκες του και δάκρυά του, χαμόγελα κι οργή.

Δε φοβόταν. Ήταν δικές του.

Συναισθήματα ντυμένα με λέξεις. Έκανε κρύο. Κι αυτά είχαν παγώσει.

Λέξεις – μαχαίρια.

Λέξεις – ανάσες.

Λέξεις – έρωτες.

Σαν σκηνικό από ιστορία του Κλάιβ.

Μνήμη. Λήθη.

>> Να μην ξεχάσω να θυμηθώ να ζήσω <<, μονολογούσε.

Θυμόταν. Ξεχνούσε.

>> Ποιός είμαι; Πού πάω; Πού είσαι; <<

Προσπάθησε να βάλει τις λέξεις σε σειρά.

Αδύνατον.

Ανυπότακτες.

Όπως εκείνη.

Ήταν και δεν ήταν. Και μαζί, και μια ενδιάμεση κατάσταση μετάβασης ανάμεσα στο »είναι» και »δεν είναι»,

κατάσταση ακραία, ανατρεπτική.

Θυμήθηκε…

»Θα μ’αγαπάς για πάντα;», τον είχε ρωτήσει εκείνη.

»Πλεονασμός», είχε απαντήσει αυτός, »σ’αγαπώ, κι αυτό τα λέει όλα.»

Ζεστάθηκε. Κοντοστάθηκε.

Και ξαφνικά ο κόσμος γέμισε με σιωπηλή βοή.

Εκρήξεις χρωμάτων κι αρωμάτων πήραν αγκαλιά την ψυχή του, και την χάιδεψαν.

>> Σ’αγαπώ για πάντα <<, ένιωσε και σκέφτηκε.

>> Πλεονασμός <<, είπε στον εαυτό του.

Χαμογέλασε, και συνέχισε να περπατά μέχρι να βρει ξημέρωμα.