Τί θα συνέβαινε αν…

Marvel-Superheroes1

Τι θα συνέβαινε αν…

Τι θα συνέβαινε αν ο κύριος Καρανίκας, ειδικός σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού (πως λέμε δώστου έναν τίτλο ελαφρώς ακαταλαβίστικό, και τελείως γενικό, να το βολέψουμε το παιδί, κι άσε τους άλλους να βουρλίζονται) στο γραφείο του πρωθυπουργού, είχε αποφασίσει να εντρυφήσει στο μάθημα της νέων ελληνικών κατά την διάρκεια της σχολικής του θητείας;
Τι θα συνέβαινε λοιπόν αν είχε συναντηθεί με την Φόνισσα του κυρ-Αλέξανδρου και είχε τρομάξει αλλά και εντυπωσιαστεί από το πόσο ασαφής και απροσδιόριστη είναι η γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό; Και είχε ίσως αναρωτηθεί εγώ στην θέση της τι θα έκανα;
Τι θα του συνέβαινε αν είχε διαβάσει και ξαναδιαβάσει τον Απολείπειν ο θεός Αντώνιον του αλεξανδρινού, σκοντάφτοντας κάθε φορά στην τελευταία αποστροφή του αποχαιρετισμού;
Κι αν παραμένοντας ακόμα στο σκηνικό της Αλεξάνδρειας, αναρωτιόταν για την αριστερά και τις μεθόδους της έτσι όπως θα χανόταν μέσα στις σελίδες της Λέσχης και της Αριάγνης και της Νυχτερίδας;
Κι αν παρ’ ελπίδα, συναντούσε στο δρόμο του αυτόν τον χλεμπονιάρη τον Ρασκόλνικοφ του Φιοντόρ, κι ίσως-ίσως και κάποιους στίχους ξέμπαρκους από το Κατά Σαδδουκαίων, κι ακόμα τι θα γινόταν αν έπεφτε φόρα παρτίδα πάνω στον καπετάν Αχάμπ και την λυσσαλέα καταδίωξη του;
Τι θα συνέβαινε άραγε στη ψυχή και στο μυαλό του κυρίου Καρανίκα, ειδικού συμβούλου του πρωθυπουργού (τάπαμε αυτά), αν άρχιζε ν’ αναρωτιέται γιατί ο Άρης Αλεξάνδρου έγραψε για ένα άδειο Κιβώτιο, γιατί ο Καζαντζάκης ταλανιζόταν σ’ όλη του τη ζωή από μια Αναφορά στον Γκρέκο και γιατί τον Σεφέρη τον πλήγωνε διαπαντώς η γενέθλια γη;
Θα είχε απαρνηθεί την Ελένη;
Μα μήπως όλα για μια Ελένη δεν γίνονται;
Θα είχε αρνηθεί την θέση του στου Μαξίμου;
Μα μήπως όλα για να τρουπώσουμε δεν συντελούνται;
Θα είχε αναθεωρήσει την οπτική του για τον κόσμο;
Ω τι κόσμος πατέρα!

Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, -στο ίδιο σύμπαν που κινείται η Κατερίνα Στεφανίδη (και ουχί Στεφανίδου, προσέξετε συμπατριώται το ου) και ο Γκαζμέντ Καπλάνι και ο Δημήτρης Νανόπουλος και όλοι οι αφανείς κι ασήμαντοι ήρωες-, σε μια παράλληλη πατρίδα, υπάρχουν και οι ωραίοι ως Έλληνες, που μας κάνουν να χοροπηδάμε και να αλαλάζουμε, μέσα στις μεταμεσονύχτιες ώρες σε μια Αθήνα που λιώνει και απελπίζεται, για ένα χρυσό μετάλλιο, για ένα κερδισμένο στοίχημα, για ένα αύριο που ίσως-ίσως και να μην είναι και τόσο καταραμένο.

Εν Αθήναις, τη εβδόμη Αυγούστου, το σωτήριον έτος 2017.

από τη  Μάρω Κακαβέλα

 

(μερική έκλειψη Σελήνης και Πανσέληνος, Αύγουστος 2017, ακόμα εδώ…)

 

«Εσύ περνάς καλά;»

Μοναδική, ενδελεχής, διεισδυτική Σώτη Γρίβα*

ki-omos-eipe-kai-mian-alitheia-o-pinokio

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ο ΠΙΝΟΚΙΟ ΚΑΝΕΙ ΚΑΚΑ ΤΟΥ

Τα παιδιά έχουν καθίσει ήδη σε κύκλο με τα ξύλινα καρεκλάκια τους στριμωγμένα το ένα πλάι στο άλλο. Έχουν σκυλοβαρεθεί από την ανάκριση που τους υποχρεώνουν να περνούν κάθε Δευτέρα πρωί. Πρέπει να λένε με τη σειρά στις δασκάλες τους τι έφαγαν, τι ήπιαν, τι μαγείρεψε η μάνα τους το Σαββατοκύριακο και πού τους πήγαν για διασκέδαση. Όλα θέλουν να κάνουν κακά τους. Σφίγγονται και παίρνουν αφύσικες πόζες. Τα βλέφαρα γέρνουν και τα χασμουρητά ακούγονται ως την πόρτα της αίθουσας καθώς την ανοίγω και εμφανίζομαι μπροστά τους με ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Τα προσωπάκια αρχίζουν να κάνουν μορφασμούς και να μου γελούν πονηρά ενώ ταυτόχρονα γνέφουν προς το μέρος μου.
«Γειά σας κυρία Σώτη!…»
Μια στιγμή μετά οι δασκάλες στραβομουτσουνιάζουν. Μου λένε να περιμένω λίγο γιατί η ανάκριση δεν έχει φτάσει στο τέλος της. Το αγοράκι που απέμεινε τελευταίο κοιμάται με τα χέρια σταυρωμένα στο καρεκλάκι του από το βάρος της αδράνειας. Είναι ξανθούλης με λυπημένο ύφος.
«Ξύπνα!» του φωνάζει η μια δασκάλα και του πετάει ένα διπλωμένο χαρτί στο κεφάλι. Τα παιδιά γελούν με το πάθημά του ενώ η μια δασκάλα ανακρίνει την άλλη.
«Εσύ τι έκανες το Σαββατοκύριακο;»
«Τίποτα. Δουλειές, δουλειές…α, ξέχασα, ήπια και ένα καφέ»
«Εσύ;»
«Κι εγώ τα ίδια»
Η πένθιμη παράσταση τελειώνει και ο φαύλος κύκλος της βαρεμάρας ανοίγει για να έρθει το παραμύθι. Παρατήρησα ότι τα μόνα παιχνίδια που ήταν ελεύθερα για πρόσβαση ήταν η κουζίνα και τα μαγειρικά της σκεύη. Τα παιδάκια, αγόρια και κορίτσια, ορμούσαν με μανία πάνω τους και τα αράδιαζαν νωχελικά στο πάτωμα. Τα στοίχιζαν και τα κοιτούσαν. Έδειχναν μελαγχολικά και τους εκνεύριζε να μαγειρεύουν όλη την ώρα. Καμιά κατασκευή, κανένα τουβλάκι, τίποτα… Για λόγους πρόληψης, μην τυχόν και τα εκσφενδόνιζαν στο κεφάλι καμιάς δασκάλας, τα είχαν κρύψει από μπροστά τους. Ο μικρός Βίδας μόλις με βλέπει μου φέρνει ένα δίσκο πλαστικό, μακρόστενο, με ένα φλιτζανάκι του καφέ χωρίς πιατάκι κι ένα μπολάκι με ένα φρούτο στο εσωτερικό του. Το πήρα ευχαριστώντας τον και του έδωσα τα θερμά μου συγχαρητήρια. Βρήκε ένα έξυπνο τρόπο να κάνει την αναπαράστασή του. Αφού του πήραν το κατσαβίδι και την βίδα του, τα εγκληματικά χειρουργικά εργαλεία του εγκεφάλου του, εμφάνισε νέα πειστήρια του εγκλήματος για να μην εξαφανισθούν τα ίχνη του. Όλο το περιεχόμενο του δίσκου που μου έδωσε αντικατοπτρίζει το μενού του νοσοκομείου που του έφερναν στο κρεβατάκι του…!
Βλέπετε πόσο εύστοχα διαχωρίζουν τα παιδιά την ανάγκη από την επιθυμία. Ο Lacan το φοβήθηκε και μετέτρεψε την ανάγκη σε αίτημα και την επιθυμία σε επιθυμία του Άλλου. Σχεδιάζει ένα κύκλο πάνω σε μια σφαίρα (αίτημα-επιθυμία) και βρίσκεται στην τοπολογική επιφάνεια του Τόρου. Ο ένας κύκλος μέσα στον άλλο και η συρρίκνωσή τους σε σημείο μας οδηγεί σένα κόσμο που όσο κι αν τον έχουμε στην παλάμη του χεριού μας δεν τον επιθυμούμε. Τον τσαλακώνουμε, τον κάνουμε Ιερό Σκουπίδι, εξετάζουμε τις τρύπες του και πέφτουμε στην Ιερή Σιωπή μιας σαγηνευτικής βύθισης…
Ο μικρός βίδας σπάει τη σιωπή και μου λέει:
«Εσύ περνάς καλά;»
Του γνέφω καταφατικά χαμογελώντας. Είναι το μόνο ερώτημα που δεν τους έκαναν οι δασκάλες τους.

 

 

http://psychiama.blogspot.com/2017/05/blog-post_14.html?spref=bl

Αναδημοσίευση από http://psychiama.blogspot.gr

» Προσφυγικές μνήμες: αποσκευές»

goya_dog

»Όλα τ’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τ’ άλλα πρέπει να τ’ αφήσεις πίσω.»

source:

https://komparsos.wordpress.com/2017/04/26/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%83%ce%ba%ce%b5%cf%85%ce%ad%cf%82/

Search my soul to see yours…*

unnamed3

Θάψτε με μαζί με όλες τις ποδοσέλφι του καλοκαιριού.

Τόσα πόδια καμιά κλωτσιά σε μπάτσο. Μαζί με όλες τις call in γεωγραφικές αποτυπώσεις του ήμουν κι εγώ εκεί. Σε καμιά όμως διαδήλωση και καμιά διαμαρτυρία. Μαζί με όλες τις εγωλαγνικές φωτογραφίες του περνάω καλά και θέλω να το μαθαίνετε. Θεσπέσιο ανεβαστικό για όλους τους αναγκαστικά στερημένους. Μαζί με όλες τις φωτογραφίες φαγητών και γευμάτων. Συμπεριφορά συμπόνοιας για τους πολλαπλασιαστικά πεινασμένους της διπλανής ή της δικιάς μας πόρτας.Γεμίστε το φτηνό φέρετρο με τις φερομόνες μιας ψευδεπίγραφης εγωκεντρικής αισιοδοξασίας, με τις αόρατες χειρολαβές μιας ανύπαρκτης συνέχειας του κάπως ζην. Τυλίχτε μέ το σάβανο όλο το ειδικό βάρος της σκόνης μιας ραγισμένης επιφάνειας. Ώσπου τιγκαρισμένο το θανατοκούτι απ’ όλη την ματαιοδοξία της φθηνής προσωρινότητας μετατραπεί σε κενοτάφιο. Του πτώματος απόντος. Όπως ακριβώς η καταγεγραμμένη «εμπειρία». Το σώμα δραπετεύοντας σε ομαδικό τάφο να πλυθεί με τις αναμνήσεις μιας ζωής ζώσας. Να πλυθεί με τα αρώματα και τις μυρωδιές κορμιών, βουνών και θαλασσών που λατρεύτηκαν, περπατήθηκαν και κολυμπήθηκαν. Να πλυθεί με εκείνη την αχαλίνωτη ροή που έχει ο ιδρώτας του ερωτικού πόθου πριν στάξει στο σεντόνι, με εκείνη τη γεύση αρμύρας πού ΄χει το δάκρυ όταν τρυπώνει σε ένα φιλί. Να πλυθεί με την σιγουριά και το κουράγιο που δίνει το άγγιγμα ενός συντρόφου στον ώμο, όταν τραυματισμένοι κουτσαίνουμε σε μιαν άσφαλτο Πορείας. Να πλυθεί με εκείνη την αφή που μόνο το χέρι της αγίας ερωμένης αγγίζει, στέλνοντας μηνύματα σε όλους τους πόρους του κορμιού. Να πλυθεί με την ανατριχίλα που διαπερνά την σπονδυλική στήλη για να διαχυθεί σαν ναρκωτικό και στην πιο απόκρυφη αρτηρία.

Θάψτε με μαζί με άλλους.

Γυμνό.

credits to Christos Diamantis

(August 29, 2016)

^Η σιωπή που ακολουθεί^

tumblr_o38aqnudXi1rtan4ko1_500

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα
Που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος
Όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες
Όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
Η σιωπή που ακολουθεί

Η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών
Η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο
Η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία
Η σιωπή του δάσους
Η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι
Η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν

Κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”
Που παρατείνεται και γιγαντώνεται
Μες στις καρδιές, μες στους αιώνες
Η σιωπή που αποφασίζει τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί.

(αναδημοσίευση από http://skieratsa.tumblr.com)