«Εσύ περνάς καλά;»

Μοναδική, ενδελεχής, διεισδυτική Σώτη Γρίβα*

ki-omos-eipe-kai-mian-alitheia-o-pinokio

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Ο ΠΙΝΟΚΙΟ ΚΑΝΕΙ ΚΑΚΑ ΤΟΥ

Τα παιδιά έχουν καθίσει ήδη σε κύκλο με τα ξύλινα καρεκλάκια τους στριμωγμένα το ένα πλάι στο άλλο. Έχουν σκυλοβαρεθεί από την ανάκριση που τους υποχρεώνουν να περνούν κάθε Δευτέρα πρωί. Πρέπει να λένε με τη σειρά στις δασκάλες τους τι έφαγαν, τι ήπιαν, τι μαγείρεψε η μάνα τους το Σαββατοκύριακο και πού τους πήγαν για διασκέδαση. Όλα θέλουν να κάνουν κακά τους. Σφίγγονται και παίρνουν αφύσικες πόζες. Τα βλέφαρα γέρνουν και τα χασμουρητά ακούγονται ως την πόρτα της αίθουσας καθώς την ανοίγω και εμφανίζομαι μπροστά τους με ένα αινιγματικό χαμόγελο.
Τα προσωπάκια αρχίζουν να κάνουν μορφασμούς και να μου γελούν πονηρά ενώ ταυτόχρονα γνέφουν προς το μέρος μου.
«Γειά σας κυρία Σώτη!…»
Μια στιγμή μετά οι δασκάλες στραβομουτσουνιάζουν. Μου λένε να περιμένω λίγο γιατί η ανάκριση δεν έχει φτάσει στο τέλος της. Το αγοράκι που απέμεινε τελευταίο κοιμάται με τα χέρια σταυρωμένα στο καρεκλάκι του από το βάρος της αδράνειας. Είναι ξανθούλης με λυπημένο ύφος.
«Ξύπνα!» του φωνάζει η μια δασκάλα και του πετάει ένα διπλωμένο χαρτί στο κεφάλι. Τα παιδιά γελούν με το πάθημά του ενώ η μια δασκάλα ανακρίνει την άλλη.
«Εσύ τι έκανες το Σαββατοκύριακο;»
«Τίποτα. Δουλειές, δουλειές…α, ξέχασα, ήπια και ένα καφέ»
«Εσύ;»
«Κι εγώ τα ίδια»
Η πένθιμη παράσταση τελειώνει και ο φαύλος κύκλος της βαρεμάρας ανοίγει για να έρθει το παραμύθι. Παρατήρησα ότι τα μόνα παιχνίδια που ήταν ελεύθερα για πρόσβαση ήταν η κουζίνα και τα μαγειρικά της σκεύη. Τα παιδάκια, αγόρια και κορίτσια, ορμούσαν με μανία πάνω τους και τα αράδιαζαν νωχελικά στο πάτωμα. Τα στοίχιζαν και τα κοιτούσαν. Έδειχναν μελαγχολικά και τους εκνεύριζε να μαγειρεύουν όλη την ώρα. Καμιά κατασκευή, κανένα τουβλάκι, τίποτα… Για λόγους πρόληψης, μην τυχόν και τα εκσφενδόνιζαν στο κεφάλι καμιάς δασκάλας, τα είχαν κρύψει από μπροστά τους. Ο μικρός Βίδας μόλις με βλέπει μου φέρνει ένα δίσκο πλαστικό, μακρόστενο, με ένα φλιτζανάκι του καφέ χωρίς πιατάκι κι ένα μπολάκι με ένα φρούτο στο εσωτερικό του. Το πήρα ευχαριστώντας τον και του έδωσα τα θερμά μου συγχαρητήρια. Βρήκε ένα έξυπνο τρόπο να κάνει την αναπαράστασή του. Αφού του πήραν το κατσαβίδι και την βίδα του, τα εγκληματικά χειρουργικά εργαλεία του εγκεφάλου του, εμφάνισε νέα πειστήρια του εγκλήματος για να μην εξαφανισθούν τα ίχνη του. Όλο το περιεχόμενο του δίσκου που μου έδωσε αντικατοπτρίζει το μενού του νοσοκομείου που του έφερναν στο κρεβατάκι του…!
Βλέπετε πόσο εύστοχα διαχωρίζουν τα παιδιά την ανάγκη από την επιθυμία. Ο Lacan το φοβήθηκε και μετέτρεψε την ανάγκη σε αίτημα και την επιθυμία σε επιθυμία του Άλλου. Σχεδιάζει ένα κύκλο πάνω σε μια σφαίρα (αίτημα-επιθυμία) και βρίσκεται στην τοπολογική επιφάνεια του Τόρου. Ο ένας κύκλος μέσα στον άλλο και η συρρίκνωσή τους σε σημείο μας οδηγεί σένα κόσμο που όσο κι αν τον έχουμε στην παλάμη του χεριού μας δεν τον επιθυμούμε. Τον τσαλακώνουμε, τον κάνουμε Ιερό Σκουπίδι, εξετάζουμε τις τρύπες του και πέφτουμε στην Ιερή Σιωπή μιας σαγηνευτικής βύθισης…
Ο μικρός βίδας σπάει τη σιωπή και μου λέει:
«Εσύ περνάς καλά;»
Του γνέφω καταφατικά χαμογελώντας. Είναι το μόνο ερώτημα που δεν τους έκαναν οι δασκάλες τους.

 

 

http://psychiama.blogspot.com/2017/05/blog-post_14.html?spref=bl

Αναδημοσίευση από http://psychiama.blogspot.gr

» Προσφυγικές μνήμες: αποσκευές»

goya_dog

»Όλα τ’ άλλα είναι τυχαία.
Δεν είναι στ’ αλήθεια δικά σου.
Όλα τ’ άλλα πρέπει να τ’ αφήσεις πίσω.»

source:

https://komparsos.wordpress.com/2017/04/26/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%86%cf%85%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b5%cf%82-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%83%ce%ba%ce%b5%cf%85%ce%ad%cf%82/

Search my soul to see yours…*

unnamed3

Θάψτε με μαζί με όλες τις ποδοσέλφι του καλοκαιριού.

Τόσα πόδια καμιά κλωτσιά σε μπάτσο. Μαζί με όλες τις call in γεωγραφικές αποτυπώσεις του ήμουν κι εγώ εκεί. Σε καμιά όμως διαδήλωση και καμιά διαμαρτυρία. Μαζί με όλες τις εγωλαγνικές φωτογραφίες του περνάω καλά και θέλω να το μαθαίνετε. Θεσπέσιο ανεβαστικό για όλους τους αναγκαστικά στερημένους. Μαζί με όλες τις φωτογραφίες φαγητών και γευμάτων. Συμπεριφορά συμπόνοιας για τους πολλαπλασιαστικά πεινασμένους της διπλανής ή της δικιάς μας πόρτας.Γεμίστε το φτηνό φέρετρο με τις φερομόνες μιας ψευδεπίγραφης εγωκεντρικής αισιοδοξασίας, με τις αόρατες χειρολαβές μιας ανύπαρκτης συνέχειας του κάπως ζην. Τυλίχτε μέ το σάβανο όλο το ειδικό βάρος της σκόνης μιας ραγισμένης επιφάνειας. Ώσπου τιγκαρισμένο το θανατοκούτι απ’ όλη την ματαιοδοξία της φθηνής προσωρινότητας μετατραπεί σε κενοτάφιο. Του πτώματος απόντος. Όπως ακριβώς η καταγεγραμμένη «εμπειρία». Το σώμα δραπετεύοντας σε ομαδικό τάφο να πλυθεί με τις αναμνήσεις μιας ζωής ζώσας. Να πλυθεί με τα αρώματα και τις μυρωδιές κορμιών, βουνών και θαλασσών που λατρεύτηκαν, περπατήθηκαν και κολυμπήθηκαν. Να πλυθεί με εκείνη την αχαλίνωτη ροή που έχει ο ιδρώτας του ερωτικού πόθου πριν στάξει στο σεντόνι, με εκείνη τη γεύση αρμύρας πού ΄χει το δάκρυ όταν τρυπώνει σε ένα φιλί. Να πλυθεί με την σιγουριά και το κουράγιο που δίνει το άγγιγμα ενός συντρόφου στον ώμο, όταν τραυματισμένοι κουτσαίνουμε σε μιαν άσφαλτο Πορείας. Να πλυθεί με εκείνη την αφή που μόνο το χέρι της αγίας ερωμένης αγγίζει, στέλνοντας μηνύματα σε όλους τους πόρους του κορμιού. Να πλυθεί με την ανατριχίλα που διαπερνά την σπονδυλική στήλη για να διαχυθεί σαν ναρκωτικό και στην πιο απόκρυφη αρτηρία.

Θάψτε με μαζί με άλλους.

Γυμνό.

credits to Christos Diamantis

(August 29, 2016)

^Η σιωπή που ακολουθεί^

tumblr_o38aqnudXi1rtan4ko1_500

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα
Που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος
Όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες
Όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
Η σιωπή που ακολουθεί

Η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών
Η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο
Η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία
Η σιωπή του δάσους
Η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι
Η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν

Κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”
Που παρατείνεται και γιγαντώνεται
Μες στις καρδιές, μες στους αιώνες
Η σιωπή που αποφασίζει τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί.

(αναδημοσίευση από http://skieratsa.tumblr.com)

Χάνομαι, γιατί ρεμβάζω…*

xanomai

Λοιπόν, τί γίνεται τώρα;
Τώρα που νομίζεις ότι όλοι έχουν φύγει,
κι όμως, βρίσκονται γύρω σου;
Χάνεσαι, γιατί ρεμβάζεις
ή ρεμβάζεις, γιατί χάνεσαι;

Εσύ, βέβαια, θα μου πεις:
«Ποιό είναι το πρόβλημά σου, φίλε μου;
Πολύ προβληματίζεσαι, και μάλιστα,
χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.
Πεινάς;
Δεν έχεις πού να μείνεις;
Δεν έχεις δουλειά;
Δεν έχεις φίλους;
Τί, στο καλό, σου συμβαίνει;»

Εγώ, από την άλλη, είμαι πλήρης.
Δεν μου λείπει τίποτα.
Τότε;
Προς τι το τεράστιο, δυσαναπλήρωτο κενό;
Ούτε χαλίφης στη θέση του χαλίφη θέλω να γίνω,
ούτε να νικήσω τους Ρωμαίους.
Ε, τότε;
Τί θέλω;

Είναι πολύ απλό….
Θέλω χώρο για να ζήσω ελεύθερος.
Θέλω να αγαπήσω και να αγαπηθώ.
Θέλω να βρίσω και να αμφισβητηθώ.
Θέλω να βοηθήσω εκεί που μπορώ
και να σωπάσω εκεί που οι λέξεις δεν χωρούν.
Θέλω να λέω «Ειρήνη» και να μη νομίζουν
«οι άλλοι» ότι είμαι τρελός
ή ότι μιλάω για κάποια γκόμενα.

Και θα έρθεις εσύ να μου πεις:
«Μπράβο, ρε φίλε…Τώρα μας φώτισες…
Τίποτα δεν ζητάς…
Μόνο έναν κόσμο διαφορετικό…»

Γιατί; Πολλά ζητάω;

«Ο αλλοτροπικός»