|Πυρηνική Ψυχή* Νομίζω ότι βρήκα τί συμβαίνει μέχρι να ‘ρθει ο θάνατος… ή αλλιώς, πότε έρχεται αυτός |

Λένε ότι τα δύσκολα κινητοποιούν τον άνθρωπο περισσότερο από τα εύκολα.
Cut.

Βλέμμα αμίλητο.

Γεμάτο με κραυγή αγωνίας.

Κραυγές.

Απελπισία.  Απόγνωση.

Cut.

Ότι τί, δηλαδή;

Εκεί που ζεις, εκεί που υπάρχεις, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες,  ξαφνικά παύεις;

Παύεις να ζεις; Παύεις να υπάρχεις;

Δε γίνεται αυτό.

Το έχω ξαναπεί.

Δε γίνεται αυτό.  Δε δέχομαι να παύεις.

Δεν παύεις. Κάτι άλλο συμβαίνει που με τις γηινες δισδιάστατες,το πολύ τρισδιάστατες αισθήσεις μου, δε δύναμαι να αντιληφθώ.

Cut.

Άκυρο και το cut.

Αφού δεν υπάρχει ο χρόνος. Δεν Υπάρχει Χρόνος.

Τί κόβεις;  Την στιγμή;

Παρελθόν, παρόν, μέλλον;

Αόριστος, ενεστώτας, μέλλοντας;

Αηδίες. Ανθρώπινες κατασκευές.

Cut.

Πάρε ανάσα.

Cut. Ξανά.

Λοιπόν… Άκου τί γίνεται. Είμαι -σχεδόν – σίγουρη πια.

Γεννιέσαι. Ξεκινάς (;) αυτήν την ζωή σου με μία ψυχή, πρωταρχική, πυρηνική, μοναδική, ανεξίτηλη.

Όσο περνάει αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα βλέπε χρόνος (άχρονος), αρχίζεις κι αποκτάς και μια δεύτερη ψυχή, επίκτητη, εξίσου μοναδική, σε τροχιά γύρω από την πυρηνική σου ψυχή.

Οι δυσκολίες, οι απώλειες, οι στενοχώριες, τα ζορίσματα, οι πληγές, τα χτυπήματα καταγράφονται στην πυρηνική σου ψυχή… Κι όσο καταγράφονται, με κάποιον τρόπο, περίεργο, σαρωτικό, ανεπανάληπτο κάθε φορά, σπάει, κόβεται κι από ένα κομματάκι από αυτήν την πυρηνική σου ψυχή:

άλλοτε με έκρηξη, άλλοτε με μπαλτά, κάποτε με σουγιαδάκι…

Κόβεται, διαμελίζεται, λαβώνεται…

Συνεχίζεις όμως να ζεις… Γιατί έχεις ακόμα αυτήν την ψυχή, την πυρηνική, που την επουλώνεις με στιγμές, αγγίγματα, αγκαλιές, ομορφιές, σ’αγαπώ, και δυναμώνεις και την πλασμένη από εσένα ψυχή.

Κι έτσι, πορεύεσαι. Προχωράς. Υπάρχεις. Χαμογελάς. Δακρύζεις. Κλαις. Αναπνέεις. Ζεις. Κι ας πονάς. Με τις δύο ψυχές σου.

Όταν πια δε (σου) μείνει κομμάτι πυρηνικής ψυχής, έρχεται ο θάνατος. Για να βάλει μια στιγμιαία τελεία και να καλέσει όλα σου τα πληγωμένα, χαμένα ψυχικά κομμάτια, για να δημιουργηθεί ξανά αυτός ο πληγωμένος πυρήνας, και να αναχωρήσει…

Cut.

Είναι δυνατόν; Πώς είναι δυνατόν να ζεις, να συνεχίζεις να ζεις, να προσπαθήσεις να ζεις, χωρίς τους αγαπημένους σου, χωρίς τους ανθρώπους σου, χωρίς ψυχή, χωρίς την ψυχή σου, χωρίς τις ψυχές σου;

| αφιερωμένο με όλη την αγάπη μου, στην λατρεμένη θεία μου, Έλλη, την δεύτερη μάνα μου, στο κομμάτι της ψυχής μου, που αποφάσισε την Δευτέρα, 17/10/2016, να καλέσει τα ψυχικά της κύτταρα και κομμάτια, να τα συγκεντρώσει, και να αναχωρήσει… Θεία Έλλη; Σε αγαπάω, πάντα και για πάντα |

^ Η Ζωή εν τάφω ^

Η Ζωή εν τάφω

 

(Η Ζωή εν τάφω)

Φίλοι μου κουρέλια,

αγαπημένε Στέργιο, και αγαπητέ σκύλε,

είμαι η Ζωή.

Σκύλε, βρήκα τη δική σου διεύθυνση και γι’ αυτό στέλνω το γράμμα σε ‘σένα. Απευθύνεται όμως και στον Στέργιο.

Σας γράφω από την εξωτική Πρέβεζα. Φαντάζομαι με ψάχνατε μέσα σε απίθανες καταστάσεις. Ενώ απλώς γύρισα στο πατρικό μου και έμεινα με τους γονείς μου.

«Η Ζωούλα γύρισε σπίτι της», όπως είπαν οι γείτονες.

Όταν πρωτοήρθα θέλανε να μου κάνουν προξενιό. Μη φανταστείτε Γεωργία Βασιλειάδου, και νεραντζάκι γλυκό, και «είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα», αλλά πάνω-κάτω τέτοια φάση. Με οικογενειακό φίλο, με δικιά του επιχείρηση, ρουμς το ρεντ.

Τσακωμοί, οικογενειακοί σύμβουλοι, σύμβουλοι σχέσεων, διαχείριση οργής, ψυχοθεραπευτές, ψυχαναλυτές, και φυσικά ψυχίατροι. Και φυσικά τα αναπόφευκτα χάπια.

 

«Η Ζωή τρελάθηκε».

«Η Ζωή δεν είναι αυτή που ήταν».

«Η Ζωή ήταν πάντα ξεροκέφαλη».

Έτσι είναι. Αν ζεις όπως σου λένε, είσαι υπομονετική και επίμονη.

Αν ζεις όπως θέλεις, είσαι ξεροκέφαλη κι αγύριστο κεφάλι.

Πάχυνα κουρέλια. Από τα χάπια. Με ζόρισαν τόσο, που τα πήρα πιο πολύ για να ηρεμήσω απ’ αυτούς. Βάρυνα ψυχικά κι έγινα πειθήνια, σοβαρή και χωρίς εξάρσεις, λογική και ήσυχη. Κανονική δηλαδή.

Όλοι ηρέμησαν εκτός από ‘μένα. Οι σκέψεις περί αυτοκτονιών με εγκατέλειψαν βέβαια, αλλά έγινα ευσυγκίνητη. Κλάμα βλέποντας ελληνική ταινία, κλάμα βλέποντας ειδήσεις, κλάμα κοιτώντας έξω απ’ το παράθυρο, κλάμα κοιτώντας το ταβάνι, κλάμα και με κλειστά τα μάτια.

Και μια συνειδητοποίηση κουρέλια: δεν είμαστε ούτε ό,τι πίνουμε, ούτε ό,τι διαβάζουμε, ούτε καν ό,τι γράφουμε. Κάποιες φορές είμαστε ότι λένε οι άλλοι πως είμαστε. Ο Πολωνός καθηγητής βιολογίας, στην Ελλάδα είναι ένας ακόμα οικοδόμος. Ο φοιτητής από το Πακιστάν, στην Ελλάδα είναι ένας από αυτούς που ήρθαν να μας φάνε το φαΐ μας. Οι Κούρδοι είναι αγωνιστές, μετά τρομοκράτες, μετά πάλι αγωνιστές, και βλέπουμε.

Έτσι κι εγώ. Ήμουν «το σπασικλάκι» στο σχολείο, αφού ήμουν το κορίτσι με τα εικοσάρια σε Φυσική, Χημεία, και Μαθηματικά. Αν ήμουν αγόρι, θα ήμουν ο γαμάτος τύπος, που έχει μαθηματικό μυαλό. Αλλά ήμουν κορίτσι. Όταν πέρασα στο Πολυτεχνείο, ήμουν «η ωραία γκόμενα» που όλοι ήθελαν να γαμήσουν. Το ότι πέρναγα τα δύσκολα εργαστήρια με 10, ήταν μάλλον επειδή με πήδαγε ο βοηθός. Στις συζητήσεις αυτό που έλεγα ήταν λιγάκι γυναικείο για την αντροπαρέα, και λιγάκι αντρικό για τη γυναικοπαρέα.

Η γυναικοπαρέα πίστευε πως είναι ο ρόλος των γυναικών να είναι ωραίες και ξανθιές. Πίστευαν πως ο άντρας πρέπει να είναι άντρας, και η γυναίκα πρέπει να είναι γυναίκα. Και μ’ αυτό εννοούσαν πως ο σωστός ο άντρας πρέπει νά ‘ναι εξουσιαστής, και η σωστή γυναίκα πρέπει να είναι επιθυμητή από τους άντρες. Πίστευαν πως όλα θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στο να ολοκληρωθούν ως γυναίκες, κάνοντας μια όμορφη οικογένεια, με πολλά παιδιά. Σταμάτησα να βγαίνω μαζί τους γιατί παραήταν γυναίκες. Σταμάτησα να βγαίνω και με τους συμφοιτητές γιατί παραήταν άντρες, και με έβλεπαν μόνο σαν ένα ζευγάρι βυζιά. Κι έκανα παρέα μαζί σας, που δεν με θέλατε μόνο για πήδημα. Που ήμουν κι εγώ ένα κανονικό κουρέλι σαν κι εσάς. Στην παρέα μας δεν υπήρχαν αρσενικά και θηλυκά κουρέλια.

Όταν επέστρεψα ξανάγινα η «κορούλα» που τώρα που τελείωσε τις σπουδές της ήταν καιρός να παντρευτεί. Να υπανδρευθεί. Δηλαδή να θέσει εαυτόν υπό του ανδρός. Γιατί, ως γνωστόν, η γυναίκα μόνη της είναι ένα τίποτα. Γι αυτό και παραδίδεται από τον άνδρα-πατέρα στον άνδρα-γαμπρό. Γι αυτό και ο άνδρας-παπάς λέει «η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα». Και μην μπείτε στον κόπο να ερμηνεύσετε το «φοβείται» ως «σέβεται». Γράμματα ξέρανε αυτοί που τα γράψανε. Αν θέλανε να γράψουνε «να σέβεται», θα γράφανε «να σέβεται», και θα προσθέτανε «κι ο δε ανήρ να σέβεται τη γυναικα». Αλλά δεν το γράψανε.

Ζούμε σε μια χριστιανική χώρα. Κι η ηθική μας είναι η χριστιανική ηθική. Και η χριστιανική ηθική είναι η ηθική των δούλων. Δεν το λέω εγώ, ο Νίτσε το είπε. Την εντολή «αν σου ρίξουν σφαλιάρα να γυρνάς και τ’ άλλο μάγουλο» μάλλον ο αφέντης στο δούλο τη δίνει. Εμένα με ενθουσίασε το «Django Unchained» του Tarantino, με τον «αράπη» δούλο να επαναστατεί, και πάνοπλος να σκοτώνει μέσα σε μια πλημμύρα αίματος τ’ αφεντικά και τα τσιράκια τους. Και σιχάθηκα το «Δώδεκα Χρόνια Σκλάβος», όπου ο πρώην αφροαμερικάνος ελεύθερος -και τώρα «αράπης» δούλος- κάνει υπομονή, κρατάει το στόμα του κλειστό, ακόμα και μπροστά στην πιο κατάφορη αδικία, και ψέλνει χριστιανικά τραγούδια -αν και δεν ήταν πριν χριστιανός- μέχρι να έρθει ο πλούσιος φίλος του και να τον απελευθερώσει. Μόνο που το δεύτερο είναι αυτό που συγκίνησε τα πλήθη. Με το δεύτερο ταυτίζονται οι συμπολίτες μας. Και «η γυναικα είναι ο αράπης του κόσμου», όπως τραγούδησε κι ο John Lennon.

Θυμάμαι, σκύλε, που μου είχες πει πως μέχρι και την Τρίτη Δημοτικού έβλεπες μόνο εκπαιδευτική τηλεόραση και ντοκιμαντέρ. Και κρυφάκουγες τις συζητήσεις των συμμαθητών που έλεγαν για τη «Βιονική Γυναικα» και τους «Ντιουκς» και την «Αθλητική Κυριακή» και δεν μπορούσες να συμμετέχεις. Και άρχισες να βλέπεις τηλεόραση για να μπεις στην παρέα τους. Και μετά βαριόσουν και τους συμμαθητές σου και την τηλεόραση. Θυμάμαι που έλεγες πως στο Γυμνάσιο αγόρασες αθλητική εφημερίδα και είπες: «Ρε ‘σείς, στην Ιταλία κάποιοι με καραμπίνες κυνήγησαν τους οπαδούς της Γιουβέντους». Και σε κορόιδεψαν, και γέλασαν μαζί σου, όλα τα αγόρια της τάξης. Δεν ήξερες πως τους μπάτσους στην Ιταλία τους λένε Carabinieri. Και βαρέθηκες και αυτούς τους συμμαθητές, και σταμάτησες τις προσπάθειες να ενταχθείς, και αποδέχτηκες ότι είσαι -και θα είσαι- ξένο σώμα.

Έτσι κι εγώ. Κι εγώ ξένο σώμα είμαι. Και τώρα που πάχυνα, αυτό έγινε και κυριολεκτικό. Νιώθω σαν ξένο το σώμα μου. Γι αυτό και απέφυγα να σας συναντήσω. Γιατί ντρέπομαι. Γιατί με κάνουν να ντρέπομαι που υπάρχω. Όπως πάντα με έκαναν να ντρέπομαι γι αυτό που είμαι. Δεν γούσταρα να χτενίζω κούκλες και να παίζω με κουζινικά. Και με έκαναν να ντρέπομαι που δεν ήμουν σαν τα άλλα κοριτσάκια. Έπαιζα με κάτι «σιδεράκια με τρύπες» και με κάτι βίδες, και «έφτιαχνα διάφορα». Μόνο που εγώ τα «σιδεράκια» τα έλεγα «μικρά διάτρητα μεταλλικά ελάσματα». Και αυτά «που έφτιαχνα» τα έλεγα «κατασκευές». Και τη «δαγκάνα» την έλεγα «εκσκαφέα». Και όλοι οι θείοι και οι συγγενείς μου έλεγαν να γίνω δασκάλα. Γιατί ξέρω δύσκολες λέξεις. Εγώ όμως, ήθελα να γίνω μηχανικός. Αυτό, το μυαλό τους δεν το χώραγε. Γιατί τα κορίτσια είναι φτιαγμένα για άλλα πράγματα.

Και όταν σπούδαζα Πολιτικός Μηχανικός κυκλοφορούσα με μια φωτογραφική μηχανή. Και φωτογράφιζα μηχανές εργοστασίων, και φορτηγά, και εργοστάσια, και τρένα, και σταθμούς τρένων, και γέφυρες, και τον Πειραιά, και τα πλοία στον Πειραιά. Και οι συμφοιτητές μου ήταν σίγουροι πως φωτογράφιζα ηλιοβασιλέματα και ζευγαράκια που φιλιούνται. Και τα ποιήματα που έγραφα, όλοι πίστευαν πως μιλάνε για ανεκπλήρωτος έρωτες, και πως τελείωναν με το «και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα».

Και στη σχολή, καθηγητές και φοιτητές, αναρωτιόνταν «Πώς θα μπορέσει ένας άνθρωπος ένα και εξήντα να βάλει σε τάξη τους εργάτες, με αυτή τη τσιριχτή γυναικεία φωνούλα;» Θυμίζοντας μου περιφραστικά πως είμαι γυναίκα, και δεν μου ταιριάζουν αυτά, και πως οι γυναίκες δεν μπορούν να κάνουν καριέρα γιατί θα κάνουν παιδιά.

Κουρέλια, ξέρετε πόσες φορές άκουσα «Ζωή δεν είναι αυτά για σένα»; Και τότε βρήκα εσάς. Και κατάλαβα πως ίσως όλοι οι άλλοι έχουν το πρόβλημα. Και έμαθα να χαμογελάω. Μόνο που μετά έπρεπε να γυρίσω σπίτι. Γιατί το παραξήλωσα. Κι ενώ οι γονείς μου σκίζονται για ‘μένα, εγώ χαζολογάω. Το να ζεις είναι χαζολόγημα. Το να είσαι νεκροζώντανος και να πεθαίνεις καθημερινούς θανάτους, εντός οικογενείας, αυτό μάλιστα. Αυτό είναι ζωή.

Αυτά τα πέντε χρόνια μαζί σας ήταν τα μόνα χρόνια που έζησα. Μετά έπρεπε να γυρίσω στους δικούς μου. Στους γονείς μου δηλαδή, γιατί «οι δικοί μου» θα είστε πάντα εσείς οι δύο.

Δεν παντρεύτηκα μεν, αλλά δεν δούλεψα και ως πολιτικός μηχανικός. Κρατάω παιδάκια για να βγάζω τα λεφτά για τα χάπια και κανέναν καφέ. Εδώ στην Πρέβεζα δεν έχει και κανέναν να πω μια κουβέντα. Και τον καφέ μόνη μου τον πίνω. Καλύτερα έτσι. Στα καφέ συνεχίζω να γράφω τα ποιήματά μου. Αυτά που γράφω, νομίζω πως είναι αναμασήματα των ποιημάτων της Γώγου. Αλλά δεν μένω Εξάρχεια. Μένω Πρέβεζα. Αν αυτοκτονήσεις στα Εξάρχεια, είναι πολιτικό το θέμα. Αν αυτοκτονείς στην Πρέβεζα, είναι επειδή έχεις ψυχολογικά προβλήματα.

Αν εσείς κουρέλια θεωρείτε σάπιους και ζωντανούς-νεκρούς τους Αθηναίους, ελάτε μια βόλτα απ’ την Πρέβεζα. Εδώ, που το περιβάλλον ευνοεί και τις αυτοκτονίες των ποιητών.

Εις το επανιδείν κουρέλια.

 

Ζωή, 13/10/2014

 

(αναδημοσίευση από http://diogenisoskilos.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html)

Σίγμα Έψιλον ~*

Σε φαντάστηκα.

Σε ονειρεύτηκα.

Σε κοίταξα.

Σε είδα.

Σε πλησίασα.

Σε άγγιξα.

Σε ακούμπησα.

Σε αγκάλιασα.

Σε χάϊδεψα.

Σε γεύτηκα.

Σε ένοιωσα.

Σε φίλησα.

Σε ζωγράφισα.

Σε τραγούδησα.

Σε ερωτεύτηκα.

Σε αγάπησα.

Με σκότωσες.

(S.P., 22.07.2015)

Mom. I’m Dead.

There she was.

One more time.

Standing right next to me.

»Mom, I’m Dead.»

She looked at me.

Could she understand?

Yes. She could.

Though she wouldn’t accept it.

»Mom. I’m Dead.»

She took a compassionate look at me.

Deep in my eyes. (Could she see me?)

She opened her arms, and closed me inside.

»Mom. I’m Dead.»

She cried, she smiled.

»Mom. I’m a ghost. Can you see the light penetrating me?»

She looked at me again.

»Mom, I’m Dead.

I’m Dead.»

»No. You are not.»

(by S.P., 9-10/6/2012)

Image